Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Οι κίνδυνοι από την ξηρασία, τα έντομα και τις πυρκαγιές για τα αρκαδικά ελατοδάση

(Το άρθρο δημοσιεύτηκε σε δύο μέρη, στα τεύχη 24 (2010 B) και 25 (2011 A) του περιοδικού «Όρος Αρκαδίας» του «Συλλόγου Αρκάδων Ορειβατών και Οικολόγων»)

         Οι δασικές πυρκαγιές στη χώρα μας και παγκοσμίως, παρά το καταθλιπτικό μαύρο τοπίο που αφήνουν στο πέρασμά τους και τις ενδεχόμενες καταστροφές σε παρακείμενες αγροτικές καλλιέργειες και οικισμούς, δεν αποτελούν πάντα καταστροφικό παράγοντα για την δασική βλάστηση. Δασικές πυρκαγιές με περιόδους επανεμφάνισης κάποιων δεκαετιών συνιστούν το φυσικό μηχανισμό ανανέωσης για πολλούς τύπους οικοσυστημάτων, διατήρησης της βιοποικιλότητας με τη δημιουργία μωσαϊκού τύπων βλάστησης, καθώς και καταστροφής της καθ’ έτος συσσωρευόμενης νεκρής βιομάζας (νεκρών φύλλων, κλάδων και κορμών) και απελευθέρωσης των εμπεριεχομένων θρεπτικών, για τα φυτά, συστατικών στο δασικό έδαφος. Αποτελούν ακόμα μοναδικό μηχανισμό τερματισμού της εμμονής και της εξάπλωσης επιδημιών από έντομα και ασθένειες στα δασικά δέντρα και θάμνους. Βάσει των παραπάνω γίνεται αμέσως αντιληπτό, ότι δεν έχει τόση σημασία ο αριθμός των στρεμμάτων που καίγονται κάθε χρονιά, αλλά τί καίγεται και ότι η ανάγκη προστασίας από τις δασικές πυρκαγιές ποικίλλει μεταξύ των διαφόρων χερσαίων οικοσυστημάτων, εξαρτώμενη κυρίως από:
1) τα είδη των φυτών που συνθέτουν τη βλάστηση μιας περιοχής
2) την ηλικία τους
3) τη δομή τους
4) την οικολογική τους αξία (σπάνια ή ενδημικά είδη φυτών ή ζώων κλπ)
5) τη χρησιμότητά τους (ξυλοπαραγωγή, βόσκηση, αναψυχή, προστασία του κλίματος και του εδάφους κλπ).
Να σημειωθεί, ότι μόνο η βαθιά γνώση όλων αυτών των παραγόντων μπορεί να εξασφαλίσει την ελαχιστοποίηση του κόστους πρόληψης και καταστολής των δασικών πυρκαγιών.
           Βλέποντας τα γεγονότα υπό αυτό το πρίσμα, καταλαβαίνει κανείς ότι ακόμα και οι πρωτοφανείς σε ένταση και έκταση πυρκαγιές του θέρους 2007, με εξαίρεση τον τραγικό απολογισμό των δεκάδων θυμάτων, των εκατοντάδων οικιών και των εκατοντάδων χιλιάδων στρεμμάτων αγροτικών εκτάσεων που καταστράφηκαν, δεν ήταν στην πραγματικότητα τόσο καταστροφικές για την δασική βλάστηση, όσο έδειχναν. Στην πλειοψηφία τους κάηκαν γερασμένα και ακαθάριστα πευκοδάση, πυκνοί θαμνώνες αειφύλλων πλατυφύλλων, πρεμνοφυή δρυοδάση και βοσκοτόπια, στην περιοχή των οποίων σε λίγα χρόνια θα αναπτυχθεί πάλι η ίδια βλάστηση. Πραγματική καταστροφή από οικολογικής-δασοπονικής απόψεως υπέστη ένα κλάσμα της συνολικά καμένης δασικής έκτασης, που περιλαμβάνει τη φυσική αναγέννηση πρόσφατα καμένων εκτάσεων (π.χ. μαύρης πεύκης στο βόρειο Ταΰγετο), τις αναδασώσεις σχετικά μικρής ηλικίας (όπως οι εκτεταμένες αναδασώσεις Μακρυσίου Μεγαλόπολης) και, φυσικά, τα ελατοδάση μας.
            Πυρκαγιές το 2007 είχαμε στα ελατοδάση της Πάρνηθας, του Ελικώνα, της Ελαταριάς Θεσπρωτίας, του νοτίου Ταϋγέτου (Άγιος Νίκων), του ανατολικότερου τμήματος του Παναχαϊκού (κορυφή Μπαρμπάς) και του γειτονικού όρους Κλωκός, καθώς και στο ελατοδάσος Ελληνίτσας-Χιράδων Αρκαδίας. Επίσης, στις πολύ μεγάλες πυρκαγιές του Πάρνωνα και του Ταϋγέτου μαζί με τα εκτεταμένα δάση μαύρης πεύκης καταστράφηκαν και αμιγείς συστάδες ελάτης. Ωστόσο, τα προαναφερόμενα ελατοδάση της Αχαΐας (Κλωκού) και της Αρκαδίας (Ελληνίτσας-Χιράδων) μπορεί να μην είχαν τόσο μεγάλη έκταση και σημασία για το κοινωνικό σύνολο σαν το ελατοδάσος της Πάρνηθας, αλλά από οικολογικής απόψεως μπορεί να θεωρηθεί ότι υπέστησαν μεγαλύτερη καταστροφή, διότι αποτελούσαν πραγματικά απομονωμένα ελατοδάση. Το ελατοδάσος Ελληνίτσας-Χιράδων καταλάμβανε τις βόρειες και βορειοδυτικές πλαγιές του όρους Ελληνίτσα, ενός μικρής έκτασης ορεινού όγκου με κορυφή μόλις 1296 μ. υψόμετρο στο νότιο άκρο του οροπεδίου της Μεγαλόπολης. Η απόστασή του από το πλησιέστερο ελατοδάσος του βόρειου Ταϋγέτου είναι μεν 7 χλμ., αλλά μεταξύ τους παρεμβάλλεται η ευρεία κοιλάδα Ποταμιάς-Καμάρας Μεγαλόπολης υψόμετρου 500 μ., γεγονός που καθιστά αδύνατη την επανεγκατάστασή του ως συνέχεια του ελατοδάσους του Ταϋγέτου. Απόδειξη αυτού είναι ότι στα, νοτίως ευρισκόμενα του όρους Ελληνίτσα, Βρομοβρυσαίικα Βουνά δεν φύονται έλατα. Τα 4-5 έλατα, που σώθηκαν κοντά στο χωριό Χιράδες Μεγαλόπολης, δεν επαρκούν για τη φυσική αναγέννηση του δάσους, οπότε απαιτείται τεχνητή αναδάσωση με φύτευση ελάτης σε όλη την έκταση του προϋπάρχοντος ελατοδάσους κάτω από τη σκιά των ταχύτατα αναπτυσσόμενων, μετά την πυρκαγιά, αειφύλλων και φυλλοβόλων πλατυφύλλων. Το ίδιο ισχύει και για το όρος Κλωκός, όπου λιγοστά άτομα ελάτης επιβίωσαν σε σάρες και βραχώδεις θέσεις, στις οποίες η φωτιά δεν μπόρεσε να επεκταθεί.
            Σε αντιδιαστολή με τα δύο μικρά προαναφερόμενα ελατοδάση, το καμένο ελατοδάσος της Πάρνηθας θα μπορούσε να επανεγκατασταθεί κάπως ευκολότερα και χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση (αν δεν βρισκόταν κοντά στην πρωτεύουσα), μετά βεβαίως την πάροδο αρκετών δεκαετιών [1], οπότε κάτω από τη σκιά των πλατύφυλλων θάμνων (πουρναριού κ.λπ.), των αρκεύθων (κέδρων), αλλά και των πεύκων (σε υψόμετρο <1000μ.), που αναγεννιώνται πρώτα, θα βλαστήσουν σπόροι ελάτης, μεταφερόμενοι, με τη βοήθεια του ανέμου και των ζώων, από το εναπομένον ελατοδάσος στο βόρειο και ανατολικό τμήμα του βουνού. Όταν στον υπόροφο των εκτεταμένων αναδασώσεων μαύρης πεύκης στη Βλαχοκερασιά Αρκαδίας συμβαίνει να έχουν εγκατασταθεί διάσπαρτα άτομα ελάτης, προφανώς από σπόρο που μεταφέρθηκε με τον άνεμο και τα πουλιά (τσίχλες) από το, σε απόσταση 5 χλμ, ελατοδάσος Βουρβούρων Αρκαδίας, πόσο μάλλον ευκολότερα θα συμβεί το ίδιο στις καμένες εκτάσεις της Πάρνηθας. Βέβαια, ο αρκάς δασολόγος Αναστάσιος Στεφάνου, χωρίς να αποκλείει αυτήν την εκδοχή, αναφέρει, ότι πολλές φορές οι εκεί κάτοικοι σπείρανε ανάμεσα στα ρείκια και τις φτέρες σπόρους ελάτης, που τους είχε στείλει το δασαρχείο Βυτίνας [8].
            Το πρόβλημα με τα ελατοδάση είναι, ότι παρουσιάζουν κάποια ιδιορρυθμία, όσον αφορά την αντοχή τους στις δασικές πυρκαγιές. Τις υγρές και ψυχρές χρονιές είναι αρκετά ανθεκτικά στις πυρκαγιές (για την ακρίβεια, οι πυρκαγιές δεν επεκτείνονται εύκολα λόγω υψηλής περιεχόμενης υγρασίας των φυτών, ωστόσο δεν παύουν να καταστρέφουν έστω και σε μικρή έκταση τα έλατα, εξαιτίας του λεπτόφλοιου κορμού τους), ενώ κατά τις ξηρές και θερμές χρονιές είναι πολύ ευάλωτα, δίνοντας πυρκαγιές που σβήνουν δύσκολα. Σε αυτή την περίπτωση, τα έλατα αδυνατούν να αναγεννηθούν χωρίς την ύπαρξη προδάσους για την προστασία των φυταρίων από την άμεση ηλιακή ακτινοβολία. Έτσι, το 1985 η μεγάλη πυρκαγιά στο όρος Πατέρας (Μέγαρα) και το 1988 στα Γεράνεια Όρη (Λουτράκι), καταστρέφει το πευκοδάσος και σταματά φτάνοντας στο ελατοδάσος στην κορυφή του βουνού καίγοντας μικρό τμήμα του [5]. Αντίθετα, το ξηρό και θερμό έτος 2000 κάηκαν στο όρος Μαίναλο 30000 στρέμματα ελατοδάσους από πρωτοφανή σε ένταση πυρκαγιά, που ξεκίνησε από κεραυνό.
           Η μεγάλη πυρκαγιά του Μαινάλου, παρά το ανυπολόγιστο οικολογικό, αισθητικό και οικονομικό κόστος της, μας οδηγεί σε πολύτιμα συμπεράσματα όσον αφορά τις πυρκαγιές των ελατοδασών. Στο Μαίναλο κάηκαν σχεδόν ολοσχερώς οι νότιες πλαγιές και σε μικρό μόνο ποσοστό οι βόρειες πλαγιές. Επίσης, είναι εμφανής η καταστροφή στις ράχες, ενώ έχουν διασωθεί έλατα στα κατώτερα τμήματα των πλαγιών, όπου το έδαφος είναι βαθύ. Είναι προφανές, ότι σε αυτή την περίπτωση σημαντικό ρόλο έπαιξε η εδαφική υγρασία. Δηλαδή, ακόμα και σε τόσο πολύ θερμές και ξηρές χρονιές όπως το 2000, στις τοποθεσίες όπου διατηρούνται μεγαλύτερες ποσότητες εδαφικής υγρασίας (δηλαδή στις πλαγιές με βόρειο προσανατολισμό και στα βαθιά εδάφη) τα έλατα καίγονται δύσκολα. Η σημερινή εικόνα, επομένως, πολλών ορεινών όγκων της Πελοποννήσου με τα εκτεταμένα χορτολίβαδα σε νότιες πλαγιές και τις δασωμένες με έλατα βόρειες πλαγιές ίδιου υψομέτρου, όπως και η ασυνέχεια των ελατοδασών της, είναι ενδεχομένως αποτέλεσμα μεγάλων δασικών πυρκαγιών σαν του Μαινάλου. Αποτέλεσμα αυτών πρέπει να είναι και η εμφάνιση μεμονωμένων, μικρής έκτασης ελατοδασών, όπως εκείνα στα σύνορα Αρκαδίας-Αργολίδας (στα όρη Τραχύ (πάνω από το χωριό Αλέα Αργολίδας), Φαρμακάς, Μελιδόνι και Αρτεμίσιο). Ομοίως παλαιά καμένα ελατοδάση, φαίνεται ότι είναι οι σημερινές χορτολιβαδικές εκτάσεις σε κορυφές του Μαινάλου, όπως της Κλινίτσας, της Καλογερίνας-Βούρτσας (ανάμεσα σε Μεθύδριο, Βυτίνα και Αλωνίσταινα) και των γυμνών κορυφών ανάμεσα σε Μαγούλιανα, Καρκαλού και Βαλτεσινίκο. Όλα τα προαναφερόμενα μπορούν πολύ εύκολα να διαπιστωθούν και χωρίς επιτόπου παρατηρήσεις μέσω του προγράμματος GOOGLE EARTH, στο INTERNET, που παρέχει τη δυνατότητα τρισδιάστατης απεικόνισης του ανάγλυφου, προσεγγίζοντας ικανοποιητικά την πραγματικότητα.
            Με τη βοήθεια του ίδιου προγράμματος, του συστήματος EFFIS (European Forest Fire Information System, http://effis-viewer.jrc.ec.europa.eu/wmi/viewer.htm) και επιτόπιων παρατηρήσεων πραγματοποίησε πρόσφατα ο γράφων σύγκριση της σημερινής γεωγραφικής εξάπλωσης των ελατοδασών στην Πελοπόννησο και στην Εύβοια με την απεικονιζόμενη στους ορθοφωτοχάρτες του έτους 1960 της Δασικής Υπηρεσίας. Το αποτέλεσμα της εν λόγω σύγκρισης είναι πολύ ενδιαφέρον: Μεγάλες πυρκαγιές στα ελατοδάση των περιοχών αυτών είχαμε είτε από το 2000 και μετά, είτε πριν το 1960. Πιθανότατα αυτές να συνέβησαν ακόμη παλαιότερα, αφού για παράδειγμα πανοραμικές φωτογραφίες της Τρίπολης κατά τη δεκαετία του 50 (του φωτογράφου Γεωργίου Κομποχόλη) και του 20 (από την Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Δρανδάκη) δείχνουν τα όρη Κτενιάς και Τούρλα στα βορειοανατολικά της να μην φέρουν δάση, όπως και σήμερα. Επίσης, η περιγραφή της βλάστησης των βουνών Μελιδόνι και Αρτεμίσιο από τον γερμανό βοτανικό Werner Rothmaler το 1942 [7] παρουσιάζει μια εικόνα σχεδόν ίδια με τη σημερινή, μόνο που αυτός αποδίδει την καταστροφή του ελατοδάσους του Αρτεμισίου σε λαθροϋλοτομίες από τους κατοίκους της Νεστάνης. Δεν αποκλείεται, πάντως, να αφανίστηκαν τα δάση αυτά εξαιτίας πυρκαγιών την ίδια εποχή, κατά την οποία εκχερσώθηκαν τα δρυοδάση της αρχαίας Σκιρίτιδας, δηλαδή μεταξύ 1830 και 1880, την πλέον θανάσιμη περίοδο για τα ελληνικά δάση [8]. Μεταξύ 1960 και 2000 δύο μόνο σχετικά μεγάλες καμένες εκτάσεις σε ελατοδάση απέδωσε η προαναφερόμενη σύγκριση: Μία στο νότιο Πάρνωνα, πάνω από το χωριό Μαρί Κυνουρίας, που κάηκε στα τέλη Ιουνίου 1989 και μία άλλη στις νότιες πλαγιές του όρους Σαϊτά, απέναντι από το χωριό Έλατος στα βόρεια σύνορα της Αρκαδίας, που πρέπει να κάηκε κατά το θέρος 1992. Ωστόσο και οι δύο αυτές πυρκαγιές είναι έκτασης μόλις κάποιων εκατοντάδων στρεμμάτων, συνεπώς είναι πολύ μικρότερες σε σχέση με εκείνες της τελευταίας δεκαετίας.
         Τίθεται συνεπώς το εύλογο ερώτημα: Γιατί την τελευταία δεκαετία καταστράφηκε από πυρκαγιές τόσο μεγάλη έκταση ελατοδασών στην Αρκαδία, αλλά και στη νότια Ελλάδα γενικότερα, αφού ξηρές και θερμές χρονιές είχαμε κατά περιόδους και στο παρελθόν στη χώρα μας, οι κεραυνοί και οι εμπρηστές ποτέ δεν έλειψαν, ενώ πολύ παλιότερα δεν υπήρχαν όχι μόνο πυροσβεστικά οχήματα και αεροσκάφη, αλλά ούτε καν κρατικός κατασταλτικός μηχανισμός, οπότε με πυρκαγιές της έντασης και έκτασης εκείνης του Μαινάλου, τα ελατοδάση της νότιας Ελλάδας θα έπρεπε να είχαν αφανισθεί. Κάποιος ηλικιωμένος από ένα χωριό του Μαινάλου έλεγε, ότι στην κατοχή οι Γερμανοί θέλησαν πολλές φορές να κάψουν το ελατοδάσος, αλλά δεν το κατάφεραν. Αν αυτό αληθεύει, τότε ποια είναι η διαφορά του τότε ελατοδάσους με το σημερινό και τί άλλαξε, ώστε μεγάλες εκτάσεις του βουνού αυτού να καταστραφούν μέσα σε λίγες ώρες το 2000; Ακόμα και στις δύο προαναφερόμενες παλαιότερες πυρκαγιές ελατοδασών στην Αρκαδία (Μαρί και Έλατος), παρά το γεγονός ότι ξέσπασαν σε χρονιές με πολύ ξηρούς χειμώνες, οπότε το θέρος βρήκε τα έλατα με λιγοστή περιεχόμενη υγρασία, οι καμένες εκτάσεις ήταν της τάξης των εκατοντάδων και όχι των χιλιάδων στρεμμάτων.
           Αν και υπάρχουν πολλοί λόγοι, που θα μπορούσαν να συνθέσουν την απάντηση του παραπάνω ερωτήματος, εντούτοις ένας είναι ο κύριος: Εξαιτίας της ξηρασίας στα τέλη του 80 και στις αρχές του 90 παρατηρήθηκε σοβαρή επιδημία φλοιοφάγων εντόμων στα ελληνικά ελατοδάση, με αποτέλεσμα να νεκρωθεί μεγάλο ποσοστό των δέντρων (τοπικά στο Μαίναλο έως και 50% των ελάτων) [6]. Είναι προφανές, ότι τα νεκρά αυτά δέντρα δεν απομακρύνθηκαν από το δάσος στο βαθμό που θα έπρεπε, άρχισαν να πέφτουν στην συνέχεια και να σαπίζουν στο δασικό έδαφος και τελικά, δέκα χρόνια μετά, να αποτελέσουν το υλικό που έθρεψε την πυρκαγιά του Μαινάλου δίνοντάς της ένταση πρωτοφανή για ελατοδάση. Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια και υπό το φόβο της μείωσης της παραγωγικότητας των δασών, παρατηρείται στο δασολογικό χώρο μια τάση να μην απομακρύνεται από το δάσος το νεκρό υλικό (κορμοί, κλαδιά, φλοιός κ.λπ.), το προερχόμενο από υλοτομίες και νεκρώσεις των  δέντρων, σε σχέση με παλαιότερα. Πρόκειται για μεγάλο λάθος, διότι ο φυσικός ρυθμός αποσύνθεσης της νεκρής οργανικής ουσίας είναι συγκεκριμένος για κάθε οικοσύστημα και μάλιστα μικρός σε περιοχές με ξηρό (όπως της Ελλάδας) ή ψυχρό θέρος (όπως στη ζώνη της τάιγκα), ενώ οι υλοτομίες και οι έκτακτες νεκρώσεις δέντρων και θάμνων από επιδημίες ασθενειών και εντόμων αποδίδουν επιπλέον νεκρό υλικό, που μόνο με πυρκαγιά ανακυκλώνεται, αν βέβαια δεν επέμβει ο άνθρωπος με καθαρισμούς. Κακώς, επίσης, διενεργείται αποφλοίωση των κορμών εντός του δάσους, επειδή ο φλοιός των δέντρων, που απορρίπτεται στο δασικό έδαφος, αποτελεί ένα ιδιαίτερα εύφλεκτο υλικό, πιο εύφλεκτο από το ξύλο. Σημειωτέον ότι παλαιότερα πολύ λίγο νεκρό υλικό παρέμενε μέσα στο δάσος, αφού μεγάλο ποσοστό του τροφοδοτούσε τα τζάκια και τις σόμπες των παραδασόβιων (και όχι μόνο) οικισμών, γεγονός που έπαιξε σπουδαίο ρόλο για τη διάσωση των δασών από τις πυρκαγιές κατά την εποχή που δεν υπήρχε οργανωμένος δασοπυροσβεστικός μηχανισμός. Είναι αναμφισβήτητα προτιμότερη μια μείωση της ετήσιας προσαύξησης των ελατοδασών εξαιτίας της απομάκρυνσης μεγάλων ποσοτήτων της νεκρής οργανικής ουσίας (και όχι όλης φυσικά, διότι τότε προκαλούνται άλλα σοβαρά προβλήματα υγείας των δασών), παρά ο αφανισμός τους από τις πυρκαγιές.
            Παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον το γεγονός, ότι ανάλογα προβλήματα εμφανίζονται σε δάση ελάτης άλλων χωρών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ένα είδος ελάτης που φύεται στις βορειοανατολικές Η.Π.Α., η Abies balsamea, για την οποία αναφέρεται ότι η θνησιμότητα των δέντρων της οφείλεται σε ποσοστό άνω του 70% στις επιδημίες από ένα έντομο και για την ακρίβεια από τις προνύμφες του spruce budworm. Έπειτα από μια τέτοια επιδημία τα δάση της γίνονται πιο εύφλεκτα, επειδή τα νεκρά δέντρα αποτελούν από τη μια το κύριο καύσιμο υλικό και από την άλλη, μη σκιάζοντας πλέον επαρκώς το δασικό έδαφος, καθιστούν αυτό ξηρότερο απ' ό,τι συνήθως, οπότε οι πυρκαγιές που ξεσπούν εκεί καταστέλλονται με εξαιρετική δυσκολία (http://www.fs.fed.us/database/feis/plants/tree/abibal/all.html). 
          Δυστυχώς νέες εκτεταμένες ξηράνσεις ελάτων παρατηρήθηκαν στο Μαίναλο το 2009. Προφανώς το φαινόμενο έχει σχέση με την ξηρασία των ετών 2007 και 2008 και με δευτερογενείς προσβολές των δέντρων από φλοιοφάγα έντομα, όπως συνέβη στα τέλη της δεκαετίας του 80. Ενδεχομένως σε αυτό έχει συμβάλει σημαντικά και η έντονη μελισσοκομική δραστηριότητα, που λαμβάνει χώρα κατά μήκος των δασικών δρόμων και των ξέφωτων του βουνού κάθε χρόνο κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο, αποτρέποντας τον κόσμο από δραστηριότητες αναψυχής και που πιθανώς εξασθενεί τα δέντρα, όπως ακριβώς συμβαίνει στα πευκοδάση με το έντομο Marchalina hellenica (βαμβακίαση της πεύκης). Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει κανείς μετά από σύγκριση του ελατοδάσους του Μαινάλου με τα εκτός διαχείρισης και κακής ποιότητας τόπου, αλλά χωρίς μελισσοκομία και σαφώς υγιέστερα ελατοδάση του νότιου Πάρνωνα (περιοχή Κρεμαστής). Το θέμα είναι πολύ σοβαρό, καθώς τα έντομα που αποβάλουν τα σακχαρώδη περιττώματα, τα οποία συλλέγουν οι μέλισσες παρασκευάζοντας το λεγόμενο μέλι κωνοφόρων, απομυζούν χυμούς από τις βελόνες των νέων βλαστών, προκαλώντας ελαφριά παραμόρφωση στα άκρα τους και συχνά ξήρανση των βελονών [6]. Απομυζώντας, λοιπόν, τα μελισσοτροφικά έντομα τους χυμούς των δέντρων, είναι αυτονόητο ότι μειώνουν την περιεχόμενη υγρασία αυτών ευνοώντας, λίγο ή πολύ, τόσο την αύξηση της ευφλεκτικότητας των δέντρων, όσο και τις δευτερογενείς προσβολές από τα φλοιοφάγα έντομα, που προκαλούν εκτεταμένες ξηράνσεις. Αύξηση της ευφλεκτικότητας των δέντρων προκαλείται και από την έκκριση ρητίνης στα σημεία των προσβολών από τα έντομα. Αποτελεί συνεπώς επιτακτική ανάγκη η απαγόρευση της μελισσοτροφίας στα ελατοδάση μας και αν αυτό αδυνατούν, ως συνήθως, οι κρατικές αρχές να το επιβάλλουν, είναι πολύ πιο εύκολο να επιτευχθεί από τους ίδιους τους πολίτες με το να αποφεύγουν να αγοράζουν μέλι κωνοφόρων, αρκεί να γίνει ευρέως γνωστό ότι αυτού του είδους το μέλι δεν έχει τη θρεπτική αξία του μελιού, του προερχόμενου από γύρη ανθέων. Ότι πρόκειται ουσιαστικά για το ίδιο μέλι, που προέρχεται από μέλισσες τρεφόμενες με ζάχαρη.
          Με βάση όλα τα προαναφερθέντα, αλλά και λαμβάνοντας υπόψη ότι διανύουμε στάδιο κλιματικής αλλαγής, με μείωση των χειμερινών βροχοπτώσεων στη λεκάνη της Μεσογείου και αύξηση της θερμοκρασίας, τα προβλήματα των ελατοδασών μας από την ξηρασία, τα έντομα και τις πυρκαγιές αναμένεται να ενταθούν στο μέλλον και συνεπώς απαιτείται πλέον ανθρώπινη παρέμβαση με καθαρισμούς και απομάκρυνση μεγάλου μέρους της νεκρής οργανικής ουσίας για την προστασία τους. Εργασίες, όμως, τέτοιας κλίμακας χρειάζονται και κάποια καλή χρηματοδότηση, αλλά δυστυχώς από τη μεριά της πολιτείας δεν φαίνεται να υπάρχει τέτοια διάθεση, ειδικά τώρα με την οικονομική κρίση, οπότε πρέπει να ενταθούν οι πιέσεις προς την κατεύθυνση αυτή. Μερική λύση θα μπορούσε να είναι η «εκμετάλλευση» από τα δασαρχεία της συνεχώς αυξανόμενης τάσης των πολιτών για εθελοντική προσφορά. Θα ήταν ενδεχομένως δυνατό με τη βοήθεια εθελοντών να γίνονται οι απαραίτητοι καθαρισμοί. Υπάρχουν βέβαια ορισμένες αντιρρήσεις, βασικά σε ό,τι έχει να κάνει με την προστασία των εθελοντών κατά τη διάρκεια εργασιών καθαρισμού των δασών (κίνδυνοι από τη χρήση αλυσοπρίονων, από πτώση δένδρων κλπ), αν και αυτοί μπορούν να ελαχιστοποιηθούν με μια ολιγοήμερη εκπαίδευση ή ακόμα και με περιορισμό των εργασιών στην απομάκρυνση από το δάσος του κατακείμενου ξερού υλικού (κλαδιών, σάπιων κορμών κλπ). Μπορούν, επίσης, να απομακρύνουν τις λειχήνες από τους κορμούς, τουλάχιστον μέχρι τα 2 μέτρα ύψος, μέσω των οποίων ανέρχεται η φωτιά στην κόμη των δέντρων (οι λειχήνες άλλωστε αποτελούν δείκτη κακών συνθηκών ανάπτυξης των δέντρων [4]). Άλλη οικονομικά συμφέρουσα λύση είναι να προσλαμβάνονται από τα δασαρχεία οι 5000 εποχιακοί υπάλληλοι της πυροσβεστικής λίγους μήνες πριν ή μετά το πέρας της αντιπυρικής περιόδου και να ασχολούνται με τα απαραίτητα δασοτεχνικά έργα πρόληψης των δασικών πυρκαγιών. Ενδεχομένως να ήταν χρήσιμο, να επιτρέπεται η βοσκή προβάτων (όχι κατσικιών) ή έστω η διέλευσή τους στα μη ξυλοπαραγωγικά ελατοδάση κατά τα έτη της ελάχιστης καρποφορίας των ελάτων, καθώς τα ζώα αυτά συμβάλλουν κατά το διάβα τους στον ταχύτερο θρυμματισμό των νεκρών κλαδιών και βελονών. Πρέπει να γίνει κατανοητό, ότι το οικονομικό κόστος των καθαρισμών των δασών αποσβένεται γρήγορα από την μετέπειτα πολύ σημαντικότερη μείωση του κόστους καταστολής των πυρκαγιών (μείωση του χρόνου πτήσης των εναερίων μέσων, απασχόλησης μηχανημάτων, υδροφόρων οχημάτων, προσωπικού κλπ) και, φυσικά, οι εργασίες αυτές δεν γίνονται κάθε έτος, αφού το αποτέλεσμα τους είναι μόνιμο, όσον αφορά την αποκλάδωση των κωνοφόρων και πολυετές για τη μείωση της βιομάζας των θάμνων και την απομάκρυνση του νεκρού υλικού. 
          Είναι προφανές, ότι η νεκρή δασική βιομάζα πρέπει να απομακρύνεται από το δάσος και αφού δεν καταναλώνεται πλέον για θέρμανση, στο βαθμό που αυτό παλαιότερα, θα μπορούσε να διατεθεί για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, καλύπτοντας συγχρόνως μέρος από τις ετήσιες δαπάνες των απαραίτητων δασοκομικών εργασιών για την προστασία των δασών. Στην Αμερική, στη Φιλανδία και σε άλλες χώρες του κόσμου γίνεται παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με την καύση του ξύλου,  ενώ με  τη βοήθεια σύγχρονων εργοστασιακών μεθόδων μεγιστοποιείται η απόδοση της καύσης και ελαχιστοποιούνται τα στερεά και αέρια παράγωγα αυτής (http://www.psnh.com/Energy/EnergyProject/NWPP/source.asp). Κάποια δε από τις μονάδες του ατμοηλεκτρικού εργοστασίου της Μεγαλόπολης, που αναμένεται να παύσουν με την εξάντληση των αποθεμάτων λιγνίτη, θα μπορούσε με ορισμένες μετατροπές να λειτουργήσει για το σκοπό αυτό. Άλλωστε, η καύση του ξύλου, εντός των περιορισμών που επιβάλλει η αρχή της αειφορίας των καρπώσεων, αποτελεί τον οικολογικότερο τρόπο παραγωγής ενέργειας, μετά τη χρήση της δύναμης του νερού και του ανέμου [2].
           Στα μέτρα προστασίας των ελατοδασών από τις πυρκαγιές θα μπορούσε να συμπεριληφθεί ο περιορισμός του αριθμού των εισόδων στα δασικά οδικά δίκτυα σε μια ή δύο το πολύ, διερχόμενες μάλιστα αυτές οι οδοί μέσα από χωριά, ώστε να ελέγχονται οι εισερχόμενοι και εξερχόμενοι από τα δάση. Ίσως χρειάζεται να κατασκευασθούν και πλατείς δασικοί δρόμοι κατά μήκος των ορίων των ελατοδασών με τους θαμνώνες των αειφύλλων πλατυφύλλων και τα δάση χαλεπίου πεύκης, ώστε πυρκαγιές που ξεκινούν από τα τελευταία να εμποδίζονται να μπαίνουν στα ελατοδάση. Φαίνεται πάντως, ότι ορισμένοι δασικοί δρόμοι στη βορειοδυτική Αργολίδα έχουν κατασκευασθεί με αυτό το σκεπτικό, καλό λοιπόν θα ήταν το εν λόγω μέτρο να επεκταθεί και σε άλλες περιοχές.  
            Επιβάλλεται, επίσης, οι εκτός σχεδίου πόλεως κατοικίες να παύσουν να προστατεύονται από τις πυροσβεστικές δυνάμεις σε περίπτωση δασικής πυρκαγιάς, κάτι που συμβαίνει πολύ συχνά οδηγώντας στην κατάρρευση του όλου κατασταλτικού μηχανισμού. Είναι παρανοϊκό μια κρατική υπηρεσία να καλείται να προστατεύσει αυτούς που παρανομούν και καταστρέφουν την ομορφιά και την συνέχεια του φυσικού τοπίου. Ίδιο ακριβώς πρόβλημα ανακύπτει και από τις εκτός σχεδίου νόμιμες κατοικίες, σε αγροτεμάχια άνω των τεσσάρων στρεμμάτων (μια ακόμα ελληνική πρωτοτυπία μαζί με εκείνη της αντιπαροχής, που μαζί αλλοίωσαν το ελληνικό αστικό, αγροτικό και δασικό τοπίο). Η εκτός σχεδίου δόμηση δημιουργεί προβλήματα από όποια σκοπιά και να τη δει κανείς, συνεπώς η κατάργησή της αποτελεί μονόδρομο, η δε προστασία των υπαρχόντων κατοικιών από πυρκαγιές και άλλες καταστροφές είναι αποκλειστικό θέμα των ιδιοκτητών και κανενός άλλου.
            Μονόδρομο αποτελεί και η απαγόρευση του κυνηγιού πτηνών, όχι μόνον στα ελατοδάση αλλά και στις πέριξ αυτών δασικές εκτάσεις, από τη στιγμή που δεν υφίστανται πλέον διατροφικές ανάγκες σε κρέας. Είναι γνωστό, ότι τα πουλιά περιλαμβάνουν στη διατροφή τους μεγάλο αριθμό βλαπτικών εντόμων των δέντρων και των θάμνων [6], αλλά και αποτελούν διανομείς των σπόρων πολλών δασικών ειδών σε μεγάλες αποστάσεις.
            Σε κατασταλτικό επίπεδο, τέλος, είναι απαραίτητη η χρήση ενός χάρτη προτεραιότητας προστασίας της δασικής βλάστησης (στον οποίο τα ελατοδάση ανήκουν φυσικά στην υψηλότερη κλάση προτεραιότητας προστασίας) για την αποφυγή διλημμάτων του επικεφαλής μιας μεγάλης πυρκαγιάς, σχετικά με το ποιους τύπους βλάστησης πρέπει απαραίτητα να προστατεύσει, όπως και ποιους να αφήσει να καούν και για την αποφυγή έξωθεν παρεμβάσεων στο πυροσβεστικό έργο [3].
ΑΝΑΦΟΡΕΣ
1) Αμοργιανιώτης Γ. ( 2007): Η φυσική αναγέννηση του Εθνικού Δρυμού Πάρνηθας μετά από τις πυρκαγιές των τελευταίων 82 ετών (1913 έως και 1998). Πρακτικά επιστημονικού συνεδρίου «Αποκατάσταση καμένων εκτάσεων», 13-14 Δεκεμβρίου 2001, Αθήνα: 179-204.
2) Γκουβάς Μ. (2005): Πρόταση σχετικά με την αξιοποίηση της δασικής βιομάζας στην περιοχή της Πελοποννήσου. «Τα Νέα της Πανελλήνιας Κίνησης Δασολόγων», φύλλο Νο25 (Ιαν.-Φεβ.-Μάρτ. 2005), σελ. 8.
3) Γκουβάς Μ. (2009): Περί της αναγκαιότητας σύνταξης χαρτών προτεραιότητας προστασίας της δασικής βλάστησης από τις δασικές πυρκαγιές. «Τα Νέα της Πανελλήνιας Κίνησης Δασολόγων», φύλλο Νο41 (Ιαν.-Φεβ.-Μάρτ. 2009), σελ. 5.
4) Καϊλίδης Δ. (1990): Ασθένειες δέντρων των δασών και πάρκων. Εκδόσεις Χριστοδουλίδη. Θεσσαλονίκη.
5) Καϊλίδης Δ. (1990): Δασικές Πυρκαγιές. Εκδόσεις Γιαχούδη-Γιαπούλη.  Θεσσαλονίκη.
6) Καϊλίδης Δ. (1991): Δασική εντομολογία και ζωολογία. Εκδόσεις Χριστοδουλίδη. Θεσσαλονίκη.
7) Rothmaler W. (1944): Floristische Ergebnisse einer Reise nach dem Peloponnes. Botanishe Jahrb. 73: 418-452.
8) Στεφάνου Α. (1961): Οι αρκαδικοί δρυμοί άλλοτε και τώρα. Δασικά χρονικά, τεύχος 32-33:213-231.
                                                                                                 Μάρκος Γκουβάς
                                                                                    Δρ. Δασολόγος-Μετεωρολόγος