Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2015

Το κλίμα της Τρίπολης και η σημασία του για τους κατοίκους και τους επισκέπτες της.
(δημοσιεύθηκε στην αρκαδική εφημερίδα "Καθημερινά Νέα", αριθ. φύλλου 6910, Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014) 
                                    Αιγινήτου Δ. (1908): Το κλίμα της Ελλάδος, Μέρος Β, σελ. 161 και 167, από http://anemi.lib.uoc.gr/
Τρίπολη, η αρκαδική πρωτεύουσα. Χτισμένη σε οροπέδιο με υψόμετρο 665 μ., δικαίως έχει επιφορτισθεί και τον ρόλο της πρωτεύουσας της Πελοποννήσου, αφού βρίσκεται σχεδόν στο κέντρο του Μοριά. Παρά την κομβική της θέση, αποτελεί μια πόλη χωρίς τουριστική ανάπτυξη, ενώ έχει όλες τις προϋποθέσεις. Πρώτα απ' όλα για την ιστορία της και τον κρίσιμο ρόλο της στον απελευθερωτικό αγώνα του Έθνους το 1821. Για την προνομιακή θέση της, που επιτρέπει ολιγόωρες εκδρομές σε οποιοδήποτε σημείο της, γεμάτης ιστορικούς τόπους και φυσικές ομορφιές, Πελοποννήσου και όλους τους μεγάλους ορεινούς όγκους της. Για τη δυνατότητα ορειβασίας σε τουλάχιστον δεκαπέντε, εξαιρετικής θέας, κορυφές άνω των 1500 μ., με λιγότερο μιας ώρας οδήγηση έξω από την πόλη, εξαιτίας της όλης διαμόρφωσης του οροπεδίου της. Η ίδια δε η πόλη είναι πραγματικά όμορφη, με τις πλατείες και τα πάρκα της, το μεγαλοπρεπή μητροπολιτικό της ναό, τις πρόσφατες πεζοδρομήσεις και τις πολυάριθμες ακόμα, σε σχέση με άλλες ελληνικές πόλεις, μονοκατοικίες. Θα έπρεπε, ωστόσο, να ήταν αξιοζήλευτη για το σχετικά δροσερό της καλοκαίρι και το κλίμα της γενικότερα.

Το κλίμα της Τρίπολης, το δυσφημισμένο για υγρασία το χειμώνα και ζέστη το καλοκαίρι, όχι μόνον από τους υπηρετούντες εκεί τη στρατιωτική τους θητεία, αλλά και από τους ίδιους της τους κατοίκους, απόρροια επιπόλαιης κρίσης, στηριγμένης απλά σε ενθυμήσεις μεμονωμένων και ενδεχομένως δυσάρεστων καιρικών γεγονότων, που αποτυπώνονται εντονότερα στη μνήμη. Ως κλίμα, όμως, θεωρείται η μέση καιρική κατάσταση ενός τόπου, για δε την περιγραφή του απαιτείται προσεκτική, αντικειμενική παρατήρηση και πολυετείς μετρήσεις από μετεωρολογικούς σταθμούς. Μέσω του επίσημου ιστότοπου της Ε.Μ.Υ. (http://www.hnms.gr/hnms/ και επιλογή καρτέλας «κλιματολογία»), με την ελεύθερη πλέον πρόσβαση στα κλιματολογικά δεδομένα διαφόρων ελληνικών πόλεων, μεταξύ των οποίων και της Τρίπολης, παρέχεται η δυνατότητα συγκρίσεων και εξαγωγής αντικειμενικών συμπερασμάτων, που διαψεύδουν τους δυσφημούντες την πόλη και το κλίμα της.
Ξεκινώντας από την ψυχρότερη εποχή του έτους, παρατηρούμε ότι ο χειμώνας στην Τρίπολη είναι σχετικά βαρύς για τα ελληνικά δεδομένα. Τον Ιανουάριο και το Φεβρουάριο η θερμοκρασία της κυμαίνεται, κατά μέσο όρο, από 1ºC τα ξημερώματα έως 10ºC τις μεταμεσημεριανές ώρες. Και λέμε κατά μέσον όρο, διότι παρατηρούνται μεν διαφορετικές τιμές θερμοκρασίας από μέρα σε μέρα, παρουσιάζουν όμως την τάση να κατανέμονται πάντοτε εντός συγκεκριμένου εύρους εκατέρωθεν των προαναφερόμενων τιμών και με μεγαλύτερη συχνότητα πλησίον αυτών. Έτσι, ο χειμώνας της είναι κατά 5ºC περίπου ψυχρότερος της Αθήνας (Ελληνικό), 2ºC ψυχρότερος από τα βόρεια αθηναϊκά προάστια (Τατόι) και το ίδιο ψυχρός με εκείνον των Ιωαννίνων, των πόλεων της Θεσσαλικής πεδιάδας και των παραλιακών πόλεων της βόρειας Ελλάδας. Για το λόγο αυτό οι παγετοί, δηλαδή θερμοκρασίες κάτω του μηδενός, είναι συχνοί, η δε μικρότερη θερμοκρασία, που έχει παρατηρηθεί στην Τρίπολη, είναι πολύ χαμηλή, -17ºC. Παρά τις χαμηλές θερμοκρασίες, το κρύο στην Τρίπολη μετριάζεται κάπως για 3 λόγους: α) Οι υπερβολικά χαμηλές θερμοκρασίες παρατηρούνται τις νύχτες με άπνοια. β) Τα υψηλά όρη βόρεια της Τρίπολης επιβραδύνουν σημαντικά τους ψυχρούς, βόρειων και βορειοανατολικών διευθύνσεων, ανέμους, γι' αυτό και το ψύχος κατά την πνοή τους στην Τρίπολη δεν είναι τόσο αισθητό όσο σε Εύβοια και Αττική. γ) Η μειωμένη, λόγω υψομέτρου (630-680 μ.), πυκνότητα του ατμοσφαιρικού αέρα στο Μαντινειακό οροπέδιο συμβάλει στον μετριασμό της αίσθησης του ψύχους, αφού οι άνθρωποι εκεί δέχονται περίπου 5% λιγότερα μόρια αέρα ψυχρότερα του σώματός τους, σε σχέση με τις πεδινές και παραλιακές περιοχές, γεγονός φυσικά πολύ πιο έκδηλο στα υψόμετρα των χιονοδρομικών μας κέντρων. 
Κατά τους χειμερινούς μήνες παρατηρούνται πάντοτε και οι υψηλότερες τιμές σχετικής υγρασίας του αέρα, αφού έχει την ιδιότητα να αυξάνεται μειωμένης της θερμοκρασίας. Έτσι, ο μήνας με την υψηλότερη ατμοσφαιρική υγρασία είναι ο Δεκέμβριος, με μέση τιμή σχετικής υγρασίας 78%, υπερτερώντας ελάχιστα του Ιανουαρίου και του Νοεμβρίου (76%). Οι τιμές αυτές λίγο διαφέρουν από εκείνες της ξηρότερης, κατά την εσφαλμένη αντίληψη των πολλών, πόλεως των Αθηνών (Ελληνικό 70%, Νέα Φιλαδέλφεια 76%, Τατόι 79%). Η υψηλή σχετική υγρασία των χειμερινών μηνών στην Τρίπολη οφείλεται στις έντονες αναστροφές θερμοκρασίας, που παρατηρούνται κατά τη διάρκεια ανέφελων νυκτών με ασθενείς ανέμους, με ορατό αποτέλεσμα το σχηματισμό δρόσου, πάχνης (σχηματισμός πάγου σε χλόη, στέγες και αυτοκίνητα) ή ομίχλης. Πρόκειται για φαινόμενο χαρακτηριστικό των κλειστών πεδιάδων, κοιλάδων και οροπεδίων. Για αιτίες, ωστόσο, στις οποίες δεν χρειάζεται να υπεισέλθουμε, συμβαίνει να παρατηρούνται στην Τρίπολη πολύ χαμηλότερες τιμές σχετικής υγρασίας κατά τις μεσημεριανές ώρες των αίθριων χειμωνιάτικων ημερών σε σχέση με τις πεδινές και παραλιακές περιοχές της νότιας χώρας, ακριβώς λόγω του μεγάλου υψόμετρου και της μακρινής απόστασης από τη θάλασσα και σε αντίθεση με τις πεδιάδες και τα οροπέδια της βόρειας και κεντρικής Ελλάδας, όπου ο αδύναμος, χειμωνιάτικος ήλιος συχνά δεν καταφέρνει να διαλύσει την ομίχλη ή την υγρή αχλύ. Μεγαλύτερη σημασία για χώρους σταθερής θερμοκρασίας έχει η λεγόμενη απόλυτη υγρασία, η οποία για τις προαναφερόμενες τιμές θερμοκρασίας και σχετικής υγρασίας της Τρίπολης υπολογίζεται σε 5,9 gr/m³. Συγκριτικά να αναφέρουμε τιμές απόλυτης υγρασίας σταθμών των Αθηνών για τους εξεταζόμενους μήνες: Ελληνικό 7,4 gr/m³ και Νέα Φιλαδέλφεια 7,1 gr/m³. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι σε σωστά θερμαινόμενα σπίτια (με διατήρηση σταθερής θερμοκρασίας 20ºC), όπως και στους πνεύμονες των κατοίκων της Τρίπολης ο περιεχόμενος ατμοσφαιρικός αέρας παρουσιάζει τιμές σχετικής υγρασίας 5-10% χαμηλότερες από των άλλων πόλεων. Εκ των ανωτέρω γίνεται φανερό ότι κατά τους χειμερινούς μήνες το κλίμα της Τρίπολης είναι πιο υγιεινό, σε αντίθεση με ό,τι πιστεύεται, από εκείνο της Αθήνας και των άλλων νοτιοελλαδικών πόλεων, για όποιον αποφεύγει άσκοπες εξόδους τις βραδινές και πρώτες πρωινές ώρες και σίγουρα πιο υγιεινό των περισσότερων πόλεων της κεντρικής και βόρειας χώρας, όπου πρέπει κανείς να παραμένει εντός σπιτιού συχνά και κατά το μεσημέρι. Βέβαια, σαφώς πιο υγιεινό κλίμα το χειμώνα έχουν οι οικισμοί, οι χτισμένοι σε πλαγιές τουλάχιστον 200-300 μ. υψηλότερα από πεδιάδες, κοιλάδες και οροπέδια και μάλιστα εκείνοι με νότιο, νοτιοανατολικό και νοτιοδυτικό προσανατολισμό, αν και υπολείπονται των υποκείμενων περιοχών σε βραδινή δροσιά το καλοκαίρι.
            Όσον αφορά τους θερμότερους μήνες τους έτους, η θερμοκρασία της Τρίπολης τον Ιούλιο και τον Αύγουστο κυμαίνεται, κατά μέσο όρο, από 14ºC τα ξημερώματα έως 30ºC τις μεταμεσημεριανές ώρες. Κατά τα μεσημέρια, δηλαδή, του καλοκαιριού, η θερμοκρασία στην Τρίπολη είναι μεν 3ºC με 4ºC χαμηλότερη σε σχέση με τις πεδινές πόλεις της ηπειρωτικής χώρας (π.χ. Νέα Φιλαδέλφεια, Αγρίνιο, Λάρισα, Άργος), αλλά υψηλότερη κατά 1ºC με 3ºC από εκείνη των ελληνικών παραθαλάσσιων περιοχών, των εκτεθειμένων στους ετησίες ανέμους (π.χ. Λήμνος, Σκύρος, Νάξος). Η διαφορά, όμως, αισθητής θερμοκρασίας με τα προαναφερόμενα και θεωρούμενα, από τους πολλούς, δροσερά νησιά, μηδενίζεται πρακτικά (Τεχνικά Χρονικά Νο6, 1970), εξαιτίας της πολύ χαμηλότερης μέσης σχετικής υγρασίας του αέρα (45%) στο Μαντινειακό οροπέδιο συγκρινόμενης με εκείνης των νησιών, στα οποία για καλοκαίρι είναι πραγματικά πολύ υψηλή (Λήμνος 57%, Σκύρος 66% Νάξος 69%). Αυτή η ξηρή ατμόσφαιρα, χαρακτηριστική των ορεινών περιοχών κατά τη διάρκεια ημερών με καλοκαιρία, κάνει τη μεσημεριανή ζέστη στην Τρίπολη ακόμα πιο υποφερτή, διότι όσο χαμηλότερη η σχετική υγρασία, τόσο ταχύτερη είναι η εξάτμιση του ιδρώτα και ισχυρότερη η ψύξη του ανθρώπινου σώματος (υπό συνθήκες σκιάς εννοείται, διότι με έκθεση στον ήλιο η προσλαμβανόμενη από τον άνθρωπο θερμότητα αυξάνεται αυξανομένου του υψομέτρου και τα πράγματα περιπλέκονται). Σε σχέση δε με τις ίδιου υψομέτρου πόλεις της Δυτικής Μακεδονίας (Φλώρινα, Κοζάνη), οι θερινές μεσημεριανές θερμοκρασίες της Τρίπολης είναι μόλις κατά 1ºC περίπου υψηλότερες. Τρίπολη, Φλώρινα και Κοζάνη συνιστούν τις πόλεις με τις χαμηλότερες τιμές του δείκτη δυσφορίας τα μεσημέρια του καλοκαιριού στην Ελλάδα, με μηδαμινές διαφορές μεταξύ τους (Τεχνικά Χρονικά Νο6, 1970, χωρίς να έχουν μελετηθεί Καρπενήσι και Πολύγυρος). Εκείνο, βέβαια, που κάνει την Τρίπολη αξιοζήλευτη είναι τα δροσερά καλοκαιρινά βράδια, αφού η θερμοκρασία που καταγράφεται το ξημέρωμα είναι, κατά μέσο όρο, 14ºC, δηλαδή περίπου ίση με της Φλώρινας, 3ºC με 4ºC χαμηλότερη από Σέρρες, Λάρισα, Αγρίνιο και 6-9ºC χαμηλότερη από Λήμνο, Νάξο, Σκύρο και Αθήνα (Ελληνικό και Ν. Φιλαδέλφεια), εξασφαλίζοντας ευχάριστο ύπνο. Ακόμα και στις περιπτώσεις επικράτησης συνθηκών καύσωνα (με υψηλότερη καταγραφείσα θερμοκρασία 43ºC), παρατηρείται συνήθως στην Τρίπολη απότομη πτώση θερμοκρασίας κατά τη διάρκεια της νυκτός έως τα χαμηλά επίπεδα των 14-17ºC (δεδομένα από www.tutiempo.net), διότι σπάνια πνέει άνεμος τις ώρες αυτές, ικανός να παρεμποδίσει την ισχυρή ψύξη των παρεδάφιων στρωμάτων του αέρα. Συνεπώς, ούτε σε περιόδους καύσωνα είναι αναγκαία στην Τρίπολη η χρήση κλιματιστικού κατά τις βραδινές ώρες, σε αντίθεση με Αθήνα και άλλες πεδινές ελληνικές πόλεις, ούτε καν τα μεσημέρια με συνήθεις καιρικές συνθήκες, με εξαίρεση ίσως κάποια ρετιρέ χωρίς κεραμοσκεπή, αφού με ολονύχτιο αερισμό οικιών και διαμερισμάτων και κλείσιμο των παραθύρων κατά τη διάρκεια της ημέρας, όταν η εξωτερική θερμοκρασία υπερβεί τους 25-26ºC, είναι δυνατή η διατήρηση της θερμοκρασίας εντός των σπιτιών σε επίπεδα 3ºC (για ηλιαζόμενα διαμερίσματα) με 5ºC χαμηλότερα σε σχέση με της Αθήνα. Με μέριμνα για έγκαιρο άνοιγμα και κλείσιμο των παραθύρων, βάσει του απλού κριτηρίου του να μην υπερβαίνει η εξωτερική του σπιτιού θερμοκρασία την εσωτερική, είναι δυνατή στην Τρίπολη η αντιμετώπιση πολυήμερων συνθηκών καύσωνα (πολύ συχνούς την τελευταία 15ετία) μόνο με χρήση ανεμιστήρα. Δυστυχώς, λίγοι αντιλαμβάνονται το σφάλμα δημιουργίας ρεύματος αέρα εντός των οικιών με το άνοιγμα των παραθύρων το μεσημέρι, όταν η εξωτερική θερμοκρασία είναι υψηλότερη από την εσωτερική, με αποτέλεσμα, μετά την αρχική ψευδαίσθηση δροσιάς (λόγω εξάτμισης του ιδρώτα), την υπερθέρμανση των κατοικιών μέχρι αργά το βράδυ. Η μάταιη, οικονομικά και ενεργειακά δαπανηρή, χρήση κλιματιστικών στην Τρίπολη αποδεικνύεται και με μελέτη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Τεχνικά Χρονικά Νο1, 2010), σχετικά με τον υπολογισμό των βαθμοημερών ψύξης 50 ελληνικών πόλεων, με την Τρίπολη να εντάσσεται στην τετράδα των λιγότερο απαιτητικών σε ενέργεια, για ψύξη κτιρίων, ελληνικών πόλεων, μετά τη Φλώρινα, την Κοζάνη και την Πάρο και χωρίς να ληφθεί υπόψη η επίδραση της ατμοσφαιρικής υγρασίας στο αίσθημα της ζέστης. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαία η επιλογή της Τρίπολης για το χτίσιμο παραθεριστικού βασιλικού ανακτόρου, σύμφωνα με άρθρο της εφημερίδας «Οδός Αρκαδίας» (φύλλο 146, Αύγουστος 2006), έργο που δεν ολοκληρώθηκε, καθώς τα θερινά ανάκτορα της Κέρκυρας απορρόφησαν το ενδιαφέρον των τότε βασιλέων ένεκα κληρονομικών λόγων (Αρκαδικά Νέα, 1-7-2007). Στο ίδιο άρθρο της «Οδού Αρκαδίας» αναφέρεται ότι η Τρίπολη υπήρξε τουριστικό θέρετρο για τις πρώτες 6 δεκαετίες του 20ου αιώνα, εξαιτίας του κλίματος, των πάρκων και αλσυλλίων της και της δυνατότητας εκδρομών στην ορεινή Αρκαδία, κάτι που επιβεβαιώνεται με τον χαρακτηρισμό της ως «πόλις θερινής διαμονής» από εφημερίδα του 1934 (Αρκαδικά Νέα, 6-10-2006).
Πολύ βασική λεπτομέρεια, που χρήζει προσοχής: Αίτιο της καλοκαιρινής δροσιάς των ελληνικών νησιωτικών περιοχών είναι οι ισχυροί άνεμοι, οι οποίοι συνήθως δεν παύουν να πνέουν τη νύχτα, με άμεσο δυσάρεστο αντίκτυπο στην ανάπαυση των παραθεριστών, εξαιτίας των προκαλούμενων θορύβων από χτύπους πορτών και παραθύρων, του συρίγματος και του αισθήματος πνοής τους εντός των οικιών. Το κλείσιμο των παραθύρων σε αυτή την περίπτωση δεν συνιστά λύση, αφού η μόνιμα υψηλή ατμοσφαιρική υγρασία κάνει ανυπόφορες ακόμα και θερμοκρασίες οικιών 27ºC, όταν ο αέρας είναι ακίνητος. Στα προκαλούμενα προβλήματα από την υψηλή σχετική υγρασία του αέρα των παραθαλασσίων περιοχών, που εύκολα διαπιστώνονται από τον καθένα, να συμπεριληφθούν η άμεση και έντονη εφίδρωση με την παραμικρή κίνηση, γεγονός που τις καθιστά όχι ιδιαίτερα κατάλληλες για πεζοπορία και χερσαίες αθλητικές δραστηριότητες, όπως και το δύσκολο στέγνωμα των ρούχων. Στα προαναφερόμενα μειονεκτήματα του κλίματος των παράκτιων περιοχών ας προστεθεί και το ερώτημα, του πόσο εν τέλει ωφέλιμη για την υγεία αποβαίνει μακροπρόθεσμα η συχνή κολύμβηση ή η πολύωρη παραμονή στην παραλία, αφού ο εισπνεόμενος θαλασσινός αέρας το καλοκαίρι είναι το ίδιο υγρός με εκείνον των υγρών τροπικών κλιμάτων; Πρόκειται για πράγματα που ο κόσμος δεν γνωρίζει και τρέχει απερίσκεπτα στις παραλίες σε περιπτώσεις καύσωνα, δυστυχώς υπό την άμεση ή έμμεση παρότρυνση των δελτίων ειδήσεων, αντί να αναζητήσει τη δροσιά εκεί που πραγματικά προσφέρεται απλόχερα και δωρεάν, δηλαδή στα βουνά. Βέβαια το πρόβλημα έχει αλλού τις ρίζες του: στην παροχή από το σχολείο πολλών ανούσιων γνώσεων, αντί απλούστερων και με πρακτική εφαρμογή στην καθημερινή ζωή .   
            Επανερχόμενοι στην Τρίπολη, να σημειώσουμε ότι η μεγάλη διαφορά θερμοκρασίας κατά τη διάρκεια ημερών με καλοκαιρία, η τόσο ευχάριστη κατά το θέρος, συνιστά ελαφρό μειονέκτημα του κλίματός της κατά τους ανοιξιάτικους και φθινοπωρινούς μήνες, αφού επιβάλει βαρύ ντύσιμο το βράδυ και νωρίς το πρωί και ελαφρύτερο το μεσημέρι.  
            Εξεταζόμενο υπό το πρίσμα διαφόρων, παγκοσμίως γνωστών, κλιματικών κατατάξεων, το κλίμα της Τρίπολης εντάσσεται, από θερμοκρασιακής απόψεως, στην κατηγορία των εύκρατων ή έστω στο όριο μεταξύ εύκρατων και υποτροπικών κλιμάτων: Εύκρατη ζώνη κατά την 1η κλιματική ταξινόμηση Köppen (3 μήνες με μέση θερμοκρασία άνω των 20ºC), θερμή εύκρατη κατά Huang (με 4008 βαθμοημέρες), θερμή εύκρατη κατά Rubner (με 225 θερμές ημέρες), 2η ψυχρότερη κατηγορία μεσόθερμων (B2') κλιμάτων κατά Thornthwaite, οριακά στην  υποτροπική ζώνη κατά Trewartha (8 μήνες με μέση θερμοκρασία άνω των 10ºC). Και αυτό σε αντίθεση με όλες σχεδόν τις πεδινές και χαμηλότερου υψομέτρου ελληνικές πόλεις, που ανήκουν καθαρά στην υποτροπική ζώνη.
            Για δε τον επαγγελματία ή ερασιτέχνη μετεωρολόγο και οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο για τα καιρικά φαινόμενα, η περιοχή της Τρίπολη είναι ένα υπαίθριο εργαστήριο μετεωρολογίας, μοναδικό στην Ελλάδα. Και αυτό, διότι, χτισμένη στη ραχοκοκαλιά της Πελοποννήσου, εκδηλώνονται στην περιοχή της φαινόμενα (βροχοπτώσεις, χιονοπτώσεις, καταιγίδες κ.λπ.) τόσο από τους τύπους καιρού που επηρεάζουν τη δυτική Ελλάδα, όσο και εκείνους της ανατολικής. Για το λόγο αυτό παρουσιάζει αυξημένο μέσο ετήσιο αριθμό ημερών βροχής (117), χιονιού (7) και καταιγίδων (25). Ειδικά για το χιόνι, που πίπτει με μεγάλη συχνότητα στις γύρω οροσειρές, πρέπει να ειπωθεί ότι πέραν του όμορφου τοπίου που διαμορφώνει, αποτελεί άριστο εργαλείο έμμεσης μελέτης τόσο της οριζόντιας και κατακόρυφης διανομής της θερμοκρασίας, όσο και της επίδρασης της ορεογραφίας στην δυναμική της ατμόσφαιρας και τη γεωγραφική κατανομή των κατακρημνισμάτων. Η διαμόρφωση των αρκαδικών οροπεδίων είναι τέτοια, ώστε ο παρατηρητής του καιρού με μικρές μετακινήσεις (έως 5 χλμ)  από την Τρίπολη να έχει τη δυνατότητα οπτικής επαφής με όλους τους υψηλούς ορεινούς όγκους της Πελοποννήσου, εκτός του Ερυμάνθου και του Παναχαϊκού. Πέραν, δηλαδή, των άμεσης οπτικής επαφής από Τρίπολη κορυφών του Μαινάλου, του Λυρκείου, της Φραγκοκούκουρας, του Αρτεμισίου, του Κτενιά και του Πάρνωνα, με υψόμετρα άνω των 1600 μ., απ’ τα χωριά Πέλαγος και Παρόρι διακρίνονται εύκολα ο Χελμός στα βόρεια και ο μεγαλοπρεπέστατος Ταΰγετος στα νότια, ενώ από τον κόμβο εισόδου της πόλης στα ανατολικά διακρίνεται ελαφρώς, ανάμεσα σε Λύρκειο και Φραγκοκούκουρα, με τα χιόνια της το χειμώνα η Μικρή Ζήρια. Το μετεωρολογικό ενδιαφέρον δεν σταματά κατά το θερμό πεντάμηνο Μαΐου-Σεπτεμβρίου, αφού οι συχνές σωρειτόμορφες νεφώσεις τις μεσημεριανές ώρες με τις εκκολαπτόμενές τους θερμικές καταιγίδες σπάνε τη μονοτονία του μεσογειακού καλοκαιριού, αποκαλύπτοντας το γενεσιουργό τους αίτιο: τη ζώνη σύγκλισης του ανέμων του Αιγαίου με εκείνων του Ιονίου, ελλείψει της οποία το καλοκαίρι στην κεντρική Πελοπόννησο θα ήταν πολύ ξηρότερο. Ο δε μετεωρολογικός σταθμός της Τρίπολης είναι ο πιο κατάλληλος στην Πελοπόννησο για την έρευνα κλιματικών διακυμάνσεων, διότι λόγω της θέσης, του υψομέτρου και της μεγάλης απόστασής του από τις ακτές, δεν υφίσταται την - εξαιτίας θαλάσσιας επίδρασης - άμβλυνση των μεταβολών θερμοκρασίας από μέρα σε μέρα. Είναι πραγματικά τραγικό, η Τρίπολη να ανήκει στους δευτερεύουσας σημασίας μετεωρολογικούς σταθμούς της Ε.Μ.Υ., όπως διαφαίνεται από τις ασυνεχείς παρατηρήσεις και τις εσφαλμένες μετεωρολογικές καταγραφές (π.χ. ημερήσιες τιμές θερμοκρασίας των ετών 2000 και 2001) τα τελευταία χρόνια, ενώ θα έπρεπε να αποτελούσε κέντρο εκπαίδευσης των προγνωστών και παρατηρητών μετεωρολόγων της Ε.Μ.Υ.
Αποδεικνύεται, συνεπώς, με αριθμούς - τιμές πολυετών μετεωρολογικών παρατηρήσεων - ότι το κλίμα της Τρίπολης, εξεταζόμενο από θερμοκρασιακής και υγρασιακής σκοπιάς, ανήκει κυριολεκτικώς στα εύκρατα και υγιεινά, ιδιαίτερα από Ιούνιο έως Σεπτέμβριο και είναι σαφώς κατάλληλο για παραθερισμό. Αυτό πρέπει να το καταλάβουν καλά οι διαμένοντες σε άλλες ελληνικές πόλεις Τριπολίτες, να αντιληφθούν πόσο μάταιη είναι η αναζήτηση δροσιάς και ανάπαυσης στις παραλιακές περιοχές και τα νησιά, με τη βαριά, υγρή, αποπνικτική ατμόσφαιρα ή τον εκνευριστικό άνεμο, το αίσθημα του θαλάσσιου αποκλεισμού, το καταθλιπτικό, καφετί, θερινό τοπίο ξηρών φρυγάνων και τα έξοδα διαμονής και διατροφής και να πραγματοποιούν τις καλοκαιρινές τους διακοπές στην πόλη καταγωγής τους, την ιστορική Τρίπολη, με επιπλέον κέρδος την αύξηση των ερυθρών τους αιμοσφαιρίων, λόγω υψομέτρου. Να το καταλάβουν τα άνεργα παιδιά τους και, αποστρεφόμενα τα απατηλά όνειρα των μεγαλουπόλεων, να επιστρέψουν στα πατρογονικά εδάφη για εξασφάλιση του επιούσιου άρτου μέσω της γεωργίας, της κτηνοτροφίας και της δασοπονίας, τις μόνες ρεαλιστικές μορφές οικονομικής ανάπτυξης. Ακόμη περισσότερο οφείλουν να κατανοήσουν οι κάτοικοι και η δημοτική αρχή της Τρίπολης ότι ο κρυφός θησαυρός της είναι το κλίμα της και ότι δεν έχουν κανένα απολύτως δικαίωμα να το καταστρέφουν με την τσιμεντοποίηση, την κατασκευή πολυκατοικιών, τη μείωση του αστικού πρασίνου και των ελεύθερων χώρων, ενέργειες που, πέραν της αισθητικής υποβάθμισης της πόλης, έχουν αποδεδειγμένα συμβάλλει στην αύξηση της θερμοκρασίας της (8ο Συνέδριο Μετεωρολογίας-Κλιματολογίας, Αθήνα 2006, τομ. Β, σελ. 321-326). Είναι καιρός πλέον να θεωρηθεί το αστικό μικροκλίμα σημαντικός παράγοντας για την ποιότητα ζωής, την υγεία και την οικονομία των κατοίκων μιας πόλης, η δε μεγάλη του ευαισθησία στις ανθρώπινες παρεμβάσεις κάνει επιτακτική την ανάγκη άμεσης επιβολής αυστηρών κανόνων προστασίας του, απόλυτα σεβαστούς από Δήμο και δημότες. 

                                                                                   Μάρκος Γκουβάς
                                                                        Δρ. δασολόγος-μετεωρολόγος




                                 http://arcadia.ceid.upatras.gr/arkadia/places/trip/tripoli.htm
                                 http://arcadia.ceid.upatras.gr/arkadia/places/trip/inchrist.html 
                                 http://library.tee.gr/digital/techr/1970/techr_1970_6_331.jpg

                                     



                                Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Δρανδάκη, 1939, τόμος 10ος , σελ. 209 
                                                            http://anemi.lib.uoc.gr/


                                          Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836
                                   (Απομνημονεύματα Θεόδωρου  Κολοκοτρώνη), 1846, σελ. 257
                                                        http://www.ebooks4greeks.gr/